απιδιά

απιδιά
η (Μ ἀπιδέα) [απίδι]
η αχλαδιά.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • απιδιά — η το δέντρο αχλαδιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπίδια — ἀπίδιον pear neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Απιδέα ή Απιδιά — Ονομασία τριών οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 270 μ., 666 κάτ.) στην πρώην επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Νιάτων. 2. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 680 μ., 41 κάτ.) στην πρώην επαρχία Βοΐου του νομού …   Dictionary of Greek

  • ἀπιδιάσας — ἀπιδιά̱σᾱς , ἀπό ἰδιάζω to be alone fut part act fem acc pl (doric) ἀπιδιά̱σᾱς , ἀπό ἰδιάζω to be alone fut part act fem gen sg (doric) ἀπιδιάσᾱς , ἀπό ἰδιάζω to be alone aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Apideonas — or Apideona (Greek: Απιδεώνας), older form: Apideon is a Greek village located 44 km southwest of Patras, . Karatoula had a population of 638 in 2001 for the village. Apideonas is also in the municipality of Larissos since 1997. Apideonas is… …   Wikipedia

  • Πελοπόννησος — I Ιστορική και γεωγραφική περιοχή της Ελλάδας, η νοτιότερη και μεγαλύτερη χερσόνησος της χώρας και η νοτιότερη της Ευρώπης. Εκτείνεται μεταξύ των παραλλήλων 38° 20’ (ακρωτήριο Δρέπανο) και 36° 23’ (ακρωτήριο Ταίναρο) και των μεσημβρινών 210° 10’… …   Dictionary of Greek

  • άπιον — ἄπιον, το κ. ἄπιος, η (Α) 1. απίδι, αχλάδι 2. απιδιά, αχλαδιά. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Ο συσχετισμός του τ. με λατ. pirum, pirus, μεσογειακής προέλευσης, οδηγεί σε προελληνικό επίθημα α και θ. *piso. Σύγχυση παρατηρείται ως προς τη χρήση του… …   Dictionary of Greek

  • απία — Αρχαία ονομασία της Πελοποννήσου, που οφείλεται στον μυθικό βασιλιά του Άργους Άπι. Κατά τον Στράβωνα, Α. λεγόταν μόνο η περιοχή του Άργους. H Α. αναφερόταν επίσης και Απίη ή Απίς. * * * η απιδιά, αχλαδιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. ουσ. άπιος με… …   Dictionary of Greek

  • δείχνω — και δείχτω (AM δείκνυμι και δεικνύω) 1. υποδεικνύω, εντοπίζω κάποιον ή κάτι τείνοντας προς το μέρος του τον δείχτη του δεξιού χεριού («δείξε στον χάρτη το χωριό σου», «δεῑξαι Άλέξανδρον... Μενελάῳ») 2. φανερώνω, προβάλλω, αποκαλύπτω (α. «το… …   Dictionary of Greek

  • κυδωνιά — (Cydonia). Γένος καρποφόρων δέντρων της οικογένειας των ροδιδών (δικοτυλήδονα) και κοινή ονομασία του μοναδικού είδους του, Cydonia oblonga, το οποίο ήταν παλαιότερα γνωστό και με τις ονομασίες Pyrus cydonia και Cydonia vulgaris. Πρόκειται για… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”